confiture
con
ˈkɒn
kon
fi
fi
ture
ʧə
chē
configure

Ορισμός και σημασία του "confiture"στα αγγλικά

01

μαρμελάδα

a type of sweet spread made by cooking fruits with sugar 
confiture definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I spread a spoonful of strawberry confiture on my toast for a sweet and tangy breakfast. 

Άπλωσα μια κουταλιά μαρμελάδα φράουλας στο τοστ μου για ένα γλυκό και ξινό πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store