Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confiscate
01
κατάσχω, παρακρατώ
to officially take away something from someone, usually as punishment
Transitive: to confiscate a possession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confiscate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confiscates
ενεστώτα μετοχή
confiscating
απλός αόριστος
confiscated
παθητική μετοχή
confiscated
Παραδείγματα
The customs officer may confiscate prohibited items at the border.
Ο τελωνειακός υπάλληλος μπορεί να κατασχέσει απαγορευμένα αντικείμενα στα σύνορα.
confiscate
01
κατασχεμένος, απαλλοτριωμένος
surrendered or taken because of a rule violation or penalty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confiscate
συγκριτικός βαθμός
more confiscate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The confiscate goods were displayed in the courtroom.
Τα κατασχεθέντα αγαθά εκτέθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Λεξικό Δέντρο
confiscation
confiscate



























