Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to confiscate
01
κατάσχω, παρακρατώ
to officially take away something from someone, usually as punishment
Transitive: to confiscate a possession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confiscate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confiscates
ενεστώτα μετοχή
confiscating
απλός αόριστος
confiscated
παθητική μετοχή
confiscated
Παραδείγματα
By the end of the day, the teacher will have hopefully confiscated any unauthorized items.
Μέχρι το τέλος της ημέρας, ο δάσκαλος θα έχει ελπίζουμε κατασχέσει τυχόν μη εξουσιοδοτημένα αντικείμενα.
confiscate
01
κατασχεμένος, απαλλοτριωμένος
surrendered or taken because of a rule violation or penalty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confiscate
συγκριτικός βαθμός
more confiscate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Confiscate documents were stored in the evidence room.
Τα κατασχεθέντα έγγραφα αποθηκεύονταν στο δωμάτιο αποδεικτικών στοιχείων.
Λεξικό Δέντρο
confiscation
confiscate



























