to confiscate
con
ˈkɒn
κον
fis
fɪs
φισ
cate
keɪt
κειτ

Ορισμός και σημασία του "confiscate"στα αγγλικά

to confiscate
01

κατάσχω, παρακρατώ

to officially take away something from someone, usually as punishment 
Transitive: to confiscate a possession
to confiscate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confiscate
γ΄ ενικό πρόσωπο
confiscates
ενεστώτα μετοχή
confiscating
απλός αόριστος
confiscated
παθητική μετοχή
confiscated
Παραδείγματα
The customs officer may confiscate prohibited items at the border. 

Ο τελωνειακός υπάλληλος μπορεί να κατασχέσει απαγορευμένα αντικείμενα στα σύνορα.

confiscate
01

κατασχεμένος, απαλλοτριωμένος

surrendered or taken because of a rule violation or penalty 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confiscate
συγκριτικός βαθμός
more confiscate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
legal, property, enforcement
Παραδείγματα
The confiscate goods were displayed in the courtroom. 

Τα κατασχεθέντα αγαθά εκτέθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

confiscation
confiscate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store