Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confidence
01
εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση
the belief in one's own ability to achieve goals and get the desired results
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confidences
Παραδείγματα
She spoke with confidence during the presentation, impressing the audience.
Μίλησε με εμπιστοσύνη κατά την παρουσίαση, εντυπωσιάζοντας το κοινό.
02
εμπιστοσύνη
the belief that one can trust or count on someone or something
Παραδείγματα
The coach's confidence in the players motivated them to perform at their best during the game.
Η εμπιστοσύνη του προπονητή στους παίκτες τους κίνησε να παίξουν όσο καλύτερα μπορούν κατά τη διάρκεια του αγώνα.
03
εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση
a state of hopeful expectation that things will turn out favorably
Παραδείγματα
She faced the challenge with confidence.
Αντιμετώπισε την πρόκληση με αυτοπεποίθηση.
04
εμπιστευτικό μυστικό, μυστικό
a secret entrusted to someone
Παραδείγματα
She shared a confidence with her best friend.
Μοιράστηκε ένα μυστικό με την καλύτερή της φίλη.
05
εμπιστοσύνη, αμοιβαία εμπιστοσύνη
a relationship characterized by mutual trust
Παραδείγματα
They built a confidence that lasted for years.
Έκτισαν μια εμπιστοσύνη που διήρκεσε για χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
overconfidence
confidence
confide



























