confidence
Pronunciation
/ˈkɑnfədəns/

Ορισμός και σημασία του "confidence"στα αγγλικά

01

εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση

the belief in one's own ability to achieve goals and get the desired results
confidence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The team showed great confidence in their strategy during the final match.
Η ομάδα έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη στη στρατηγική της κατά τον τελικό αγώνα.
02

εμπιστοσύνη

the belief that one can trust or count on someone or something
confidence definition and meaning
Παραδείγματα
The confidence she had in her financial advisor ’s recommendations helped her make important investment decisions.
Η εμπιστοσύνη που είχε στις συστάσεις του οικονομικού της συμβούλου τη βοήθησε να πάρει σημαντικές επενδυτικές αποφάσεις.
03

εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση

a state of hopeful expectation that things will turn out favorably
Παραδείγματα
He tackled the new project with confidence.
Αντιμετώπισε το νέο έργο με αυτοπεποίθηση.
04

εμπιστευτικό μυστικό, μυστικό

a secret entrusted to someone
Παραδείγματα
He revealed the confidence only to a trusted ally.
Αποκάλυψε την εμπιστοσύνη μόνο σε έναν έμπιστο σύμμαχο.
05

εμπιστοσύνη, αμοιβαία εμπιστοσύνη

a relationship characterized by mutual trust
Παραδείγματα
A strong confidence allowed open communication.
Μια ισχυρή εμπιστοσύνη επέτρεψε ανοιχτή επικοινωνία.

Λεξικό Δέντρο

overconfidence
confidence
confide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store