confidant
con
ˈkɑn
καν
fi
φα
dant
ˌdɑnt
νταντ
/kˈɒnfɪdˌænt/

Ορισμός και σημασία του "confidant"στα αγγλικά

01

εμπιστευτικός, έμπιστο πρόσωπο

a person in whom one places trust and shares secrets or private thoughts and feelings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confidants
Παραδείγματα
The politician's confidant leaked sensitive information to the press.
Ο εμπιστευτικός του πολιτικού διέρρευσε ευαίσθητες πληροφορίες στον τύπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store