Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confidant
01
εμπιστευτικός, έμπιστο πρόσωπο
a person in whom one places trust and shares secrets or private thoughts and feelings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confidants
Παραδείγματα
The politician's confidant leaked sensitive information to the press.
Ο εμπιστευτικός του πολιτικού διέρρευσε ευαίσθητες πληροφορίες στον τύπο.



























