confidant
con
ˈkɒn
kon
fi
fi
dant
dænt
dānt
confident

Ορισμός και σημασία του "confidant"στα αγγλικά

01

εμπιστευτικός, έμπιστο πρόσωπο

a person in whom one places trust and shares secrets or private thoughts and feelings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
confidants
αρσενικό ενικό
confidant
θηλυκό ενικό
confidante
neutral form
confidant
Παραδείγματα
She was his closest confidant, knowing all his fears and hopes. 

Ήταν η πιο κοντινή εμπιστευτική του, γνωρίζοντας όλους τους φόβους και τις ελπίδες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store