confidentiality
Pronunciation
/ˌkɑnfəˌdɛnʃiˈæɫəti/, /ˌkɑnfəˌdɛntʃiˈæɫəti/

Ορισμός και σημασία του "confidentiality"στα αγγλικά

Confidentiality
01

εχεμύθεια

the state of being secret
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

εχεμύθεια, επαγγελματικό απόρρητο

the assurance that sensitive information will not be divulged without proper consent
Παραδείγματα
The therapist assured the client of complete confidentiality during counseling sessions to foster trust.
Ο θεραπευτής διαβεβαίωσε τον πελάτη για πλήρη εχεμύθεια κατά τις συνεδρίες συμβουλευτικής για να ενισχύσει την εμπιστοσύνη.

Λεξικό Δέντρο

confidentiality
confidential
confident
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store