Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confidentiality
01
εχεμύθεια
the state of being secret
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
confidentialities
02
εχεμύθεια, επαγγελματικό απόρρητο
the assurance that sensitive information will not be divulged without proper consent
Παραδείγματα
In the medical field, patient confidentiality is paramount to protect sensitive health information.
Στον ιατρικό τομέα, η εχεμύθεια των ασθενών είναι υψίστης σημασίας για την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
confidentiality
confidential
confident



























