Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conclude
01
συμπεραίνω, καταλήγω σε συμπέρασμα
to come to a personal determination or belief after considering information or experiences
Transitive: to conclude that
Παραδείγματα
After reflecting on his experiences, he concluded that pursuing his passion was the key to happiness.
Αφού σκέφτηκε τις εμπειρίες του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιδίωξη του πάθους του ήταν το κλειδί της ευτυχίας.
Παραδείγματα
The performance concluded with a standing ovation from the audience.
Η παράσταση ολοκληρώθηκε με ορθή επευφημία από το κοινό.
03
συμπεραίνω, καταλήγω
to draw a logical inference or outcome based on established premises or evidence
Transitive: to conclude that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conclude
γ΄ ενικό πρόσωπο
concludes
ενεστώτα μετοχή
concluding
απλός αόριστος
concluded
παθητική μετοχή
concluded
Παραδείγματα
From her observations of the animal 's behavior, the biologist concluded that it was preparing for hibernation.
Από τις παρατηρήσεις της για τη συμπεριφορά του ζώου, η βιολόγος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ετοιμαζόταν για χειμερία νάρκη.
Παραδείγματα
He concluded his speech with a heartfelt thank-you to the audience.
Ολοκλήρωσε την ομιλία του με μια εγκάρδια ευχαριστία στο κοινό.
Λεξικό Δέντρο
concluded
concluding
conclusion
conclude



























