concluding
conc
ˈkənk
kēnk
lu
lu:
loo
ding
dɪng
ding
conceding

Ορισμός και σημασία του "concluding"στα αγγλικά

concluding
01

τελικός, καταληκτικός

happening at the end 
concluding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concluding
συγκριτικός βαθμός
more concluding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concluding chapter of the book tied up all the loose ends in the story. 

Το τελικό κεφάλαιο του βιβλίου έδεσε όλα τα χαλαρά άκρα της ιστορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store