Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to comport
01
συμφωνώ, ταιριάζω
to be consistent with, match, or agree with something
Transitive: to comport with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
comport
γ΄ ενικό πρόσωπο
comports
ενεστώτα μετοχή
comporting
απλός αόριστος
comported
παθητική μετοχή
comported
Παραδείγματα
Their policies do not comport with international law.
Οι πολιτικές τους δεν συμφωνούν με το διεθνές δίκαιο.
02
συμπεριφέρομαι, φέρομαι
to act or behave in a particular way, often referring to personal manners, attitude, or bearing
Transitive: to comport oneself in a specific manner
Παραδείγματα
Even in defeat, the team comported themselves with dignity.
Ακόμα και στην ήττα, η ομάδα συμπεριφέρθηκε με αξιοπρέπεια.
Λεξικό Δέντρο
comportment
comport



























