Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to complicate
01
περιπλέκω, δυσκολεύω
to make something harder to understand or deal with
Transitive: to complicate a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
complicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
complicates
ενεστώτα μετοχή
complicating
απλός αόριστος
complicated
παθητική μετοχή
complicated
Παραδείγματα
Introducing a new software halfway through the project might complicate our progress.
Η εισαγωγή ενός νέου λογισμικού στη μέση του έργου μπορεί να περιπλέξει την πρόοδό μας.
02
περιπλέκω, κάνω πιο δύσκολο
to make a medical condition more difficult to understand, manage, or treat
Transitive: to complicate a medical condition
Παραδείγματα
The patient's diabetes was complicated by the development of kidney disease.
Ο διαβήτης του ασθενούς περιπλέχθηκε από την ανάπτυξη νεφρικής νόσου.
Λεξικό Δέντρο
complicated
complication
complicate



























