Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
communicable
01
μεταδοτικός, μολυσματικός
related to diseases that can be transmitted from one person to another through direct or indirect means
Παραδείγματα
Vaccination plays a crucial role in controlling the spread of communicable diseases.
Ο εμβολιασμός παίζει κρίσιμο ρόλο στον έλεγχο της διάδοσης των μεταδοτικών ασθενειών.
02
επικοινωνήσιμος, μεταδοτικός
readily communicated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most communicable
συγκριτικός βαθμός
more communicable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
noncommunicable
communicable



























