Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commonplace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commonplaces
Παραδείγματα
It's a commonplace that life is full of ups and downs.
Είναι ένα κοινό τόπο ότι η ζωή είναι γεμάτη ανόδους και καθόδους.
02
κοινότοπο, συνηθισμένο πράγμα
an occurrence or item that is so widespread it is no longer considered unusual
Παραδείγματα
Public Wi-Fi has become a commonplace in cafes and libraries.
Το δημόσιο Wi-Fi έχει γίνει κοινότοπο σε καφετέριες και βιβλιοθήκες.
commonplace
01
κοινός, συνηθισμένος
not challenging; dull and lacking excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commonplace
συγκριτικός βαθμός
more commonplace
διαβαθμίσιμο
02
κοινός, συνηθισμένος
lacking distinctive features or uniqueness
Παραδείγματα
The street vendor sold commonplace items such as bottled water and snacks.
Ο πλανόδιος πωλητής πούλησε κοινά αντικείμενα όπως εμφιαλωμένο νερό και σνακ.
Λεξικό Δέντρο
commonplace
common
place



























