banal
ba
ˈbeɪ
bei
nal
nəl
nēl
basal

Ορισμός και σημασία του "banal"στα αγγλικά

01

κοινότοπος, τετριμμένος

lacking creativity or novelty, making it uninteresting due to its overuse or predictability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most banal
συγκριτικός βαθμός
more banal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the extravagant decorations, the party turned out to be banal and uneventful, with the same mundane conversations and activities. 

Παρά τις εξωφρενικές διακοσμήσεις, το πάρτι αποδείχθηκε βαναυσικό και ανέκδοτο, με τις ίδιες κοινότοπες συζητήσεις και δραστηριότητες.

Λεξικό Δέντρο

banality
banal
ban
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store