commodious
Pronunciation
/kəˈmoʊdiəs/

Ορισμός και σημασία του "commodious"στα αγγλικά

commodious
01

ευρύχωρος, απλός

having plenty of space for movement and storage
approving
formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commodious
συγκριτικός βαθμός
more commodious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her new office was much more commodious than the cramped cubicle she had before.
Το νέο γραφείο της ήταν πολύ ευρύχωρο από το στενό θάλαμο που είχε πριν.

Λεξικό Δέντρο

commodiousness
incommodious
commodious
commode
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store