Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commence
γ΄ ενικό πρόσωπο
commences
ενεστώτα μετοχή
commencing
απλός αόριστος
commenced
παθητική μετοχή
commenced
Παραδείγματα
He commenced his career as a junior analyst before moving up the ranks.
Ξεκίνησε την καριέρα του ως νεότερος αναλυτής πριν ανέβει στην ιεραρχία.
02
ξεκινώ, αρχίζω
to begin the process of obtaining a university degree
Dialect
British
Intransitive
old use
Παραδείγματα
In Victorian England, it was common for students to commence at university after preparatory school.
Στη Βικτωριανή Αγγλία, ήταν σύνηθες οι μαθητές να ξεκινούν στο πανεπιστήμιο μετά το προπαρασκευαστικό σχολείο.
Λεξικό Δέντρο
commencement
recommence
commence



























