Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come about
01
συμβαίνω, λαμβάνω χώρα
to happen, often unexpectedly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come about
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes about
ενεστώτα μετοχή
coming about
απλός αόριστος
came about
παθητική μετοχή
come about
Παραδείγματα
How did this situation come about?
Πώς προέκυψε αυτή η κατάσταση;
Παραδείγματα
The wind came about suddenly, blowing from the west.
Ο άνεμος άλλαξε ξαφνικά, φυσώντας από τη δύση.
03
αλλάζω κατεύθυνση, στρίβω
(of a sailing maneuver) to change direction by turning the front of the boat through the wind
Intransitive
Παραδείγματα
The sailor skillfully came about, shifting to a new direction to catch the wind.
Ο ναυτικός επιδέξια γύρισε, αλλάζοντας κατεύθυνση για να πιάσει τον άνεμο.



























