Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come about
[phrase form: come]
01
συμβαίνω, λαμβάνω χώρα
to happen, often unexpectedly
Intransitive
Παραδείγματα
The change in policy came about because of new government regulations.
Η αλλαγή στην πολιτική προέκυψε λόγω των νέων κυβερνητικών κανονισμών.
Παραδείγματα
They were making good progress until the wind came about, slowing them down.
Κάνανε καλή πρόοδο μέχρι που ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση, επιβραδύνοντάς τους.
03
αλλάζω κατεύθυνση, στρίβω
(of a sailing maneuver) to change direction by turning the front of the boat through the wind
Intransitive
Παραδείγματα
They practiced coming about repeatedly to improve their sailing skills.
Εξασκηθήκανε στην αλλαγή κατεύθυνσης επανειλημμένα για να βελτιώσουν τις ιστιοπλοϊκές τους δεξιότητες.



























