agile
a
ˈæ
ā
gile
ʤaɪl
jail
axileanile

Ορισμός και σημασία του "agile"στα αγγλικά

01

εύστροφος, ευκίνητος

able to move quickly and easily 
agile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agile
συγκριτικός βαθμός
more agile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The agile cat leaped effortlessly onto the fence. 

Η ευκίνητη γάτα πήδηξε χωρίς κόπο πάνω στον φράχτη.

02

ευκίνητος, γρήγορος στο μυαλό

mentally quick 

Λεξικό Δέντρο

agilely
agile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store