agile
a
ˈæ
αι
gile
ʤəl
τζαλ
/ˈæd‍ʒa‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "agile"στα αγγλικά

01

εύστροφος, ευκίνητος

able to move quickly and easily
agile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agile
συγκριτικός βαθμός
more agile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The agile robot maneuvered smoothly through the obstacle course.
Το ευκίνητο ρομπότ μετακινήθηκε ομαλά μέσα από τη διαδρομή εμποδίων.
02

ευκίνητος, γρήγορος στο μυαλό

mentally quick

Λεξικό Δέντρο

agilely
agile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store