Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agility
01
ευκινησία, ελαφρότητα
the ability that enables one to move quickly and easily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His agility on the soccer field makes him a top player.
Η ευκινησία του στο γήπεδο του ποδοσφαίρου τον κάνει κορυφαίο παίκτη.



























