agility
a
ə
α
gi
ˈʤɪ
τζι
li
λα
ty
ti
τι
/æd‍ʒˈɪlɪti/

Ορισμός και σημασία του "agility"στα αγγλικά

01

ευκινησία, ελαφρότητα

the ability that enables one to move quickly and easily
Παραδείγματα
The gymnast ’s agility allowed her to perform complex routines flawlessly.
Η ευκινησία της γυμνάστριας της επέτρεψε να εκτελεί πολύπλοκες ασκήσεις άψογα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store