agility
a
ə
ē
gi
ˈʤɪ
ji
li
ty
ti
ti
ability

Ορισμός και σημασία του "agility"στα αγγλικά

01

ευκινησία, ελαφρότητα

the ability that enables one to move quickly and easily 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His agility on the soccer field makes him a top player. 

Η ευκινησία του στο γήπεδο του ποδοσφαίρου τον κάνει κορυφαίο παίκτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store