Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aggrieved
01
παθών, πικραμένος
feeling resentment or injustice, often due to unfair treatment or perceived wrongs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aggrieved
συγκριτικός βαθμός
more aggrieved
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, law, society
Παραδείγματα
An aggrieved parent lodged a formal complaint.
Ένας πληγωμένος γονέας υπέβαλε επίσημη καταγγελία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aggrieved
aggrieve



























