colloquially
co
lloq
ˈləʊk
lewk
uia
wɪə
vie
lly
li
li

Ορισμός και σημασία του "colloquially"στα αγγλικά

colloquially
01

καθομιλουμένη, με ανεπίσημο τρόπο

in a conversational or informal manner 
colloquially definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The medical condition is colloquially known as "the shakes." 

Η ιατρική κατάσταση είναι καθομιλουμένη γνωστή ως "τα τρέμουλα".

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

colloquially
colloquial
colloquy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store