Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colloquially
01
καθομιλουμένη, με ανεπίσημο τρόπο
in a conversational or informal manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The medical condition is colloquially known as "the shakes."
Η ιατρική κατάσταση είναι καθομιλουμένη γνωστή ως "τα τρέμουλα".
Λεξικό Δέντρο
colloquially
colloquial
colloquy



























