colloquialism
co
lloq
ˈləʊk
lewk
uia
wiə
viē
li
ˌlɪ
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "colloquialism"στα αγγλικά

01

κοινόλεκτος, καθημερινή έκφραση

a word or phrase that is not formal or literary and is used in everyday conversations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colloquialisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store