colloquialism
Pronunciation
/kəlˈoʊkwɪəlˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "colloquialism"στα αγγλικά

01

κοινόλεκτος, καθημερινή έκφραση

a word or phrase that is not formal or literary and is used in everyday conversations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colloquialisms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store