Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Collocation
01
συνδυασμός λέξεων, συνηθισμένος συνδυασμός
a particular combination of words that are used together very often
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collocations
Παραδείγματα
The teacher explained the meaning of each collocation.
Ο δάσκαλος εξήγησε τη σημασία κάθε συνδυασμού λέξεων.
02
τοποθέτηση, παράθεση
the action of placing objects or elements close together or side by side
Παραδείγματα
The collocation of artworks in the gallery was carefully planned.
Η τοποθέτηση των έργων τέχνης στην γκαλερί σχεδιάστηκε προσεκτικά.
Λεξικό Δέντρο
collocation
collocate



























