collocation
co
kaa
llo
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
colligationcollationcollimation

Ορισμός και σημασία του "collocation"στα αγγλικά

01

συνδυασμός λέξεων, συνηθισμένος συνδυασμός

a particular combination of words that are used together very often 
collocation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collocations
Παραδείγματα
In language learning, understanding collocations helps in using words in their most natural and common combinations. 

Στη μάθηση γλωσσών, η κατανόηση των συνδυασμών λέξεων βοηθά στη χρήση των λέξεων στους πιο φυσικούς και κοινότυπους συνδυασμούς τους.

02

τοποθέτηση, παράθεση

the action of placing objects or elements close together or side by side 
Παραδείγματα
The collocation of chairs around the table created a welcoming space. 

Η τοποθέτηση των καρεκλών γύρω από το τραπέζι δημιούργησε έναν φιλόξενο χώρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store