Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colloquialism
01
κοινόλεκτος, καθημερινή έκφραση
a word or phrase that is not formal or literary and is used in everyday conversations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colloquialisms
LanGeek



























