collected
co
llec
ˈlɛk
lek
ted
tɪd
tid
correctedprojectedinflecteddissected

Ορισμός και σημασία του "collected"στα αγγλικά

01

συγκεντρωμένος, συλλεγμένος

brought together in one place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collected
συγκριτικός βαθμός
more collected
διαβαθμίσιμο
02

ήρεμος, σταθερός

calm and steady in attitude 
Παραδείγματα
She stayed collected during the interview, even when tough questions were asked. 

Παρέμεινε ήρεμη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ακόμα και όταν τέθηκαν δύσκολες ερωτήσεις.

Λεξικό Δέντρο

collectedly
uncollected
collected
collect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store