Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collected
01
συγκεντρωμένος, συλλεγμένος
brought together in one place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collected
συγκριτικός βαθμός
more collected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She managed to stay collected while presenting in front of the large audience.
Κατάφερε να παραμείνει ήρεμη ενώ παρουσίαζε μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.
Λεξικό Δέντρο
collectedly
uncollected
collected
collect



























