collapsible
co
kə
kē
llap
ˈlæp
lāp
si
sɪ
si
ble
bəl
bēl
collapsable

Ορισμός και σημασία του "collapsible"στα αγγλικά

collapsible
01

πτυσσόμενος, καταρρέων

capable of being folded or collapsed for ease of storage or transport 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collapsible
συγκριτικός βαθμός
more collapsible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
objects, functionality, design
Παραδείγματα
She bought a collapsible shopping cart to make grocery trips more manageable. 

Αγόρασε ένα πτυσσόμενο καλάθι αγορών για να κάνει τις εκδρομές για ψώνια πιο διαχειρίσιμες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

noncollapsible
collapsible
collapse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store