collapsed
co
κα
llapsed
ˈlæpst
λαιπστ
elapsedlapsed

Ορισμός και σημασία του "collapsed"στα αγγλικά

01

κατεστραμμένος, καταρρευμένος

(of a system, organization, etc.) having experienced sudden failure due to becoming too weak or unsuccessful to continue 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collapsed
συγκριτικός βαθμός
more collapsed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
systems, structures, failure

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

collapsed
collapse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store