Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collapsed
01
κατεστραμμένος, καταρρευμένος
(of a system, organization, etc.) having experienced sudden failure due to becoming too weak or unsuccessful to continue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collapsed
συγκριτικός βαθμός
more collapsed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
systems, structures, failure
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
collapsed
collapse



























