Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coerce
01
αναγκάζω, εξαναγκάζω
to force someone to do something through threats or manipulation
Ditransitive: to coerce sb to do sth | to coerce sb into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coerce
γ΄ ενικό πρόσωπο
coerces
ενεστώτα μετοχή
coercing
απλός αόριστος
coerced
παθητική μετοχή
coerced
Παραδείγματα
The manager is coercing employees to work longer hours without proper compensation.
Ο διαχειριστής αναγκάζει τους εργαζόμενους να εργάζονται περισσότερες ώρες χωρίς κατάλληλη αποζημίωση.
Λεξικό Δέντρο
coercion
coercive
coerce



























