codpiece
cod
kɒd
kod
piece
pi:s
pis

Ορισμός και σημασία του "codpiece"στα αγγλικά

01

παντελόνι, ύφασμα που καλύπτει την γεννητική περιοχή

a cloth that covers the genital area, typically worn by men as a part of their clothing during the 15th and 16th centuries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
codpieces

Λεξικό Δέντρο

codpiece

cod

+

piece

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store