clunky
clun
ˈklʌn
klan
ky
ki
ki
chunky

Ορισμός και σημασία του "clunky"στα αγγλικά

01

αδέξιος, δυσκίνητος

lacking grace in movement or posture 
clunky definition and meaning
02

που κάνει ένα θολό θόρυβο, παράγοντας μεταλλικό ήχο

making a clunking sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
clunkiest
συγκριτικός βαθμός
clunkier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, movement, objects

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clunky
clunk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store