Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clout
01
χτυπώ δυνατά, γρονθοκοπώ
to strike forcefully, especially using the fist
Transitive: to clout sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clout
γ΄ ενικό πρόσωπο
clouts
ενεστώτα μετοχή
clouting
απλός αόριστος
clouted
παθητική μετοχή
clouted
Παραδείγματα
The angered individual threatened to clout the troublemaker if the taunts continued.
Ο θυμωμένος άνθρωπος απείλησε να χτυπήσει τον ταραχοποιό αν συνεχίζονταν οι χλευασμοί.
Clout
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She has enough clout to change the board's decision.
Έχει αρκετή επιρροή για να αλλάξει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου.
1.1
επιρροή, δημοτικότητα
influence, fame, or popularity, often on social media
Παραδείγματα
She's chasing clout with every post.
Κυνηγάει τη φήμη με κάθε ανάρτηση.
02
μια ισχυρή γροθιά, μια καταστροφική χτυπήματα
(boxing) a heavy blow delivered with the fist
Παραδείγματα
The boxer landed a powerful clout to his opponent's jaw.
Ο πυγμάχος έριξε ένα ισχυρό χτύπημα στο σαγόνι του αντιπάλου του.
03
καρφί με φαρδύ κεφάλι, επίπεδο κεφάλι καρφί
a short, thick nail with a large, flat head, used to fasten sheet material (such as metal or roofing felt) to wood
Παραδείγματα
The roofer secured the shingles with galvanized clout nails.
Ο στεγαστής στερέωσε τα κεραμίδια με γαλβανισμένα καρφιά με φαρδιά κεφαλή.
04
στόχος στο έδαφος, στόχος για βολή σε μεγάλη απόσταση
(archery) a large target, traditionally a patch of cloth or a flag, placed on or near the ground for long‑distance shooting practice or competition
Παραδείγματα
She managed to hit the clout from 180 yards away.
Κατάφερε να χτυπήσει τον στόχο από απόσταση 180 γιάρδων.



























