Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cleave
01
κόβω, σχίζω
to cut something using a sharp tool, often with precision and accuracy
Transitive: to cleave sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cleave
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleaves
ενεστώτα μετοχή
cleaving
απλός αόριστος
cleaved
παθητική μετοχή
cleaved
Παραδείγματα
The chef deftly cleaved the meat with a sharp knife for precise portions.
Ο σεφ έκοψε επιδέξια το κρέας με ένα κοφτερό μαχαίρι για ακριβή μερίδες.
02
σχίζω, κόβω
to forcefully split or penetrate through something to create a path or opening
Transitive: to cleave sth
Παραδείγματα
The climber cleaved a path up the sheer rock face, hammering in pitons as footholds.
Ο αναρριχητής έκοψε ένα μονοπάτι στην απόκρημνη βραχώδη πλαγία, σφυροκοπώντας πίτονες ως σημεία στήριξης.
03
κολλάει σταθερά, προσκολλάται στενά
to adhere firmly or stick closely to something
Transitive: to cleave two things | to cleave sth to sth
Παραδείγματα
The strong adhesive cleaves the two materials together securely.
Η ισχυρή κόλλα ενώνει τα δύο υλικά με ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
cleavable
cleaver
cleave



























