Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cleanly
01
καθαρά, χωρίς προβλήματα
in a smooth and effortless manner, without problems
Παραδείγματα
The sword cleanly cut through the rope.
Το σπαθί έκοψε καθαρά το σχοινί.
02
καθαρά, χωρίς ρύπανση
in a way that produces no dirt, harmful gases, or pollutants
Παραδείγματα
The machine operates cleanly, leaving no residue behind.
Η μηχανή λειτουργεί καθαρά, χωρίς να αφήνει υπολείμματα.
Παραδείγματα
He cleanly admitted his mistake without excuses.
Καθαρά παραδέχτηκε το λάθος του χωρίς δικαιολογίες.
Παραδείγματα
The land was divided cleanly between the two families.
Η γη χωρίστηκε καθαρά μεταξύ των δύο οικογενειών.
4.1
καθαρά, ξεκάθαρα
with smooth, straight cuts or edges
Παραδείγματα
The ice cracked cleanly under his feet.
Ο πάγος ράγισε καθαρά κάτω από τα πόδια του.
cleanly
01
καθαρός, τακτοποιημένος
having or showing a habit of keeping oneself and one's environment neat, tidy, and free from dirt
Παραδείγματα
A cleanly child, he never went to bed without washing his hands and face.
Ένα καθαρό παιδί, ποτέ δεν πήγαινε για ύπνο χωρίς να πλύνει τα χέρια και το πρόσωπό του.
Λεξικό Δέντρο
cleanly
clean



























