cleanly
Pronunciation
/ˈkɫinɫi/

Ορισμός και σημασία του "cleanly"στα αγγλικά

01

καθαρά, χωρίς προβλήματα

in a smooth and effortless manner, without problems
cleanly definition and meaning
Παραδείγματα
The sword cleanly cut through the rope.
Το σπαθί έκοψε καθαρά το σχοινί.
02

καθαρά, χωρίς ρύπανση

in a way that produces no dirt, harmful gases, or pollutants
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The machine operates cleanly, leaving no residue behind.
Η μηχανή λειτουργεί καθαρά, χωρίς να αφήνει υπολείμματα.
03

καθαρά, ειλικρινά

in a fair and honest manner
Παραδείγματα
He cleanly admitted his mistake without excuses.
Καθαρά παραδέχτηκε το λάθος του χωρίς δικαιολογίες.
04

καθαρά, σαφώς

equally or clearly divided
Παραδείγματα
The land was divided cleanly between the two families.
Η γη χωρίστηκε καθαρά μεταξύ των δύο οικογενειών.
4.1

καθαρά, ξεκάθαρα

with smooth, straight cuts or edges
Παραδείγματα
The ice cracked cleanly under his feet.
Ο πάγος ράγισε καθαρά κάτω από τα πόδια του.
01

καθαρός, τακτοποιημένος

having or showing a habit of keeping oneself and one's environment neat, tidy, and free from dirt
old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cleanly
συγκριτικός βαθμός
more cleanly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A cleanly child, he never went to bed without washing his hands and face.
Ένα καθαρό παιδί, ποτέ δεν πήγαινε για ύπνο χωρίς να πλύνει τα χέρια και το πρόσωπό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store