cleanliness
Pronunciation
/ˈkɫɛnɫinɪs/

Ορισμός και σημασία του "cleanliness"στα αγγλικά

01

καθαριότητα, συστηματικότητα στην καθαριότητα

diligence in keeping clean
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καθαριότητα, τακτοποίηση

the habit of keeping free of superficial imperfections
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store