cleanliness
clean
ˈklen
klen
li
li
li
ness
nəs
nēs
cleanness

Ορισμός και σημασία του "cleanliness"στα αγγλικά

01

καθαριότητα, συστηματικότητα στην καθαριότητα

diligence in keeping clean 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

καθαριότητα, τακτοποίηση

the habit of keeping free of superficial imperfections 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store