Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clarify
01
διευκρινίζω, εξηγώ
to make something clear and easy to understand by explaining it more
Transitive: to clarify a concept or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clarify
γ΄ ενικό πρόσωπο
clarifies
ενεστώτα μετοχή
clarifying
απλός αόριστος
clarified
παθητική μετοχή
clarified
Παραδείγματα
The author included footnotes to clarify historical references in the book.
Ο συγγραφέας συμπεριέλαβε υποσημειώσεις για να διευκρινίσει τις ιστορικές αναφορές στο βιβλίο.
02
ξεκαθαρίζω, καθαρίζω
to make a liquid clear or pure by removing suspended matter or impurities
Transitive: to clarify a liquid
Παραδείγματα
The spa uses a special process to clarify the mineral water in their pools.
Το σπα χρησιμοποιεί μια ειδική διαδικασία για να καθαρίσει το μεταλλικό νερό στις πισίνες του.
Λεξικό Δέντρο
clarifying
clarify
clar



























