clarinettist
cla
ˌklæ
klā
ri
ri
ne
ˈnɛ
ne
ttist
tɪst
tist
clarinetist

Ορισμός και σημασία του "clarinettist"στα αγγλικά

01

κλαρινετίστας, μουσικός που παίζει κλαρινέτο

a musician who plays the clarinet 
clarinettist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clarinettists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clarinettist
clarinet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store