Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clarity
01
σαφήνεια
the quality of being easily understood or recognized
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
σαφήνεια
the quality of clear water
03
σαφήνεια
the quality of being easily heard or seen
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clarity
clar



























