chilly
Pronunciation
/ˈʧɪli/

Ορισμός και σημασία του "chilly"στα αγγλικά

01

κρύος, παγωμένος

cold in an unpleasant or uncomfortable way
chilly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chilliest
συγκριτικός βαθμός
chillier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A chilly breeze swept through the empty streets.
Ένας κρύος αέρας πέρασε από τους άδειους δρόμους.
02

ψυχρός, παγωμένος

exhibiting a lack of warmth or friendliness
Παραδείγματα
Their relationship had become chilly, marked by a lack of affection and closeness.
Η σχέση τους είχε γίνει κρύα, χαρακτηριζόμενη από έλλειψη στοργής και εγγύτητας.
03

κρυωμένος, που κρυώνει

(of a person) feeling cold in an uncomfortable way
Παραδείγματα
He was chilly after being caught in the rain without an umbrella.
Ένιωθε κρύο αφού πιάστηκε στη βροχή χωρίς ομπρέλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store