Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
causative
01
αιτιολογικός, υπεύθυνος
being the reason behind the occurrence of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The study provided evidence of a causative relationship between lack of exercise and obesity.
Η μελέτη παρείχε αποδείξεις για μια αιτιακή σχέση μεταξύ έλλειψης άσκησης και παχυσαρκίας.



























