cataclysmic
ca
ˌkæ
tac
ˈtək
tēk
lys
lɪz
liz
mic
mɪk
mik
organismic

Ορισμός και σημασία του "cataclysmic"στα αγγλικά

cataclysmic
01

κατακλυσμικός, καταστροφικός

causing widespread destruction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cataclysmic
συγκριτικός βαθμός
more cataclysmic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cataclysmic earthquake left entire cities in ruins. 

Ο κατακλυσμικός σεισμός άφησε ολόκληρες πόλεις σε ερείπια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store