Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cataclysmic
01
κατακλυσμικός, καταστροφικός
causing widespread destruction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cataclysmic
συγκριτικός βαθμός
more cataclysmic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cataclysmic flood swept away homes and infrastructure, leaving devastation in its wake.
Η κατακλυσμική πλημμύρα παρασύρθηκε σπίτια και υποδομές, αφήνοντας καταστροφή στο πέρασμά της.
Λεξικό Δέντρο
cataclysmic
cataclysm



























