Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catacomb
01
κατακόμβη
an underground burial place with tunnels and chambers for tombs or graves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catacombs
Παραδείγματα
The catacombs beneath the city were used for centuries as burial sites.
Οι κατακόμβες κάτω από την πόλη χρησιμοποιήθηκαν για αιώνες ως τόποι ταφής.



























