carrageen
ca
ˈkæ
rra
geen
gi:n
gin
carageencarragheen

Ορισμός και σημασία του "carrageen"στα αγγλικά

01

καραγιναν, ιρλανδική βρύα

a type of seaweed extract commonly used as a thickening or gelling agent in food products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carrageens
Παραδείγματα
The chocolate mousse had a velvety consistency thanks to carrageen. 

Η μους σοκολάτας είχε μια βελούδινη σύσταση χάρη στο καραγενάνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store