Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
captivated
01
γοητευμένος, μαγεμένος
intensely interested or fascinated by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most captivated
συγκριτικός βαθμός
more captivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Captivated by the melody, the audience sat in silence, appreciating the musician's skill.
Γοητευμένοι από τη μελωδία, το κοινό κάθισε σε σιωπή, εκτιμώντας την ικανότητα του μουσικού.
02
γοητευμένος, μαγεμένος
strongly attracted
Λεξικό Δέντρο
captivated
captivate



























