Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caption
01
προσθέτω λεζάντα, παρέχω περιγραφή
to provide a brief description or explanation for an image, video, or piece of content
Transitive: to caption a piece of content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caption
γ΄ ενικό πρόσωπο
captions
ενεστώτα μετοχή
captioning
απλός αόριστος
captioned
παθητική μετοχή
captioned
Παραδείγματα
She carefully captioned each photo in her album to share the stories behind the captured moments.
Επέγραψε προσεκτικά κάθε φωτογραφία στο άλμπουμ της για να μοιραστεί τις ιστορίες πίσω από τις στιγμές που κατέγραψε.
Caption
01
υπότιτλος, λεζάντα
translation of foreign dialogue of a movie or TV program; usually displayed at the bottom of the screen
02
λ�
a short text accompanying an illustration, giving extra information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
captions
03
έκφραση αντιρρήσεων, μικροπρεπής κριτική
taking exception; especially a quibble based on a captious argument



























