Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enthralled
01
γοητευμένος, μαγεμένος
deeply interested or completely captivated by something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enthralled
συγκριτικός βαθμός
more enthralled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, attention, experience
Παραδείγματα
She was enthralled by the magician's performance.
Ήταν γοητευμένη από την παράσταση του μάγου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enthralled
enthrall



























