enthralled
enth
ˈɪnθ
inth
ralled
rɔ:ld
rawld
appalledscaldauld

Ορισμός και σημασία του "enthralled"στα αγγλικά

enthralled
01

γοητευμένος, μαγεμένος

deeply interested or completely captivated by something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enthralled
συγκριτικός βαθμός
more enthralled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was enthralled by the magician's performance. 

Ήταν γοητευμένη από την παράσταση του μάγου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store