Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enthralling
01
συναρπαστικός, γοητευτικός
capturing and holding one's attention in a compelling and fascinating manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enthralling
συγκριτικός βαθμός
more enthralling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, entertainment, cognition
Παραδείγματα
The enthralling novel kept readers on the edge of their seats until the last page.
Το συναρπαστικό μυθιστόρημα κράτησε τους αναγνώστες στην άκρη των θέσεών τους μέχρι την τελευταία σελίδα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enthrallingly
enthralling
enthrall



























